ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 2011-2015

ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 2011-2015
1)Η περίοδος που χαρακτηρίστηκε ως «κίνημα των αγανακτισμένων» ή περίοδος του «κινήματος των πλατειών» ή περίοδος των «λαϊκών συνελεύσεων» ξεκίνησε στο τέλος της Άνοιξης του 2011. Είχε προηγηθεί η εξέγερση στην Τυνησία όπως και η στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη την ίδια ακριβώς χρονιά, το χειμώνα. Αφορμή για την έναρξη του κινήματος αυτού στη χώρα μας ήταν η ανεπιβεβαίωτη φήμη για ένα πανό που έγραφε το εξής αμφίσημο σύνθημα: «σσς κάντε ησυχία, οι Έλληνες κοιμούνται». Οι Indignados, οι ισπανοί αγανακτισμένοι είχαν μόλις διαλυθεί όταν ξεκινούσε εδώ στην Ελλάδα το αντίστοιχο κίνημα. Οι αιτίες όμως ήταν περισσότερες και ιδιαίτερα αυτές που ενδημούσαν στο σώμα μιας παρηκμασμένης κοινωνίας που απώλεσε κάθε έννοια παραγωγικότητας, ενάργειας, αγώνα και κριτικής. Πρόκειται για τη συνέχεια της μεταπολιτευτικής παρακμής που απαίτησε στην αρχή αυτής της περιόδου «λεφτά χωρίς ΠΑΣΟΚ» και εισέπραξε «ΠΑΣΟΚ χωρίς λεφτά» στο τέλος της.
2)Βασική αναφορά αυτού του κινήματος μέχρι και τη λήξη του που επήλθε σχετικά σύντομα, αποτελούσε η πλατεία Συντάγματος, ένα φορτισμένο σημείο που δέχτηκε ανθρώπους από πολλές γειτονιές της Αθήνας. Ήταν η αντίστοιχη πρωτεύουσα του νέου αυτού κινήματος. Αυτό δηλαδή που ονομάστηκε «συνέλευση της πλατείας Συντάγματος». Σε όλες σχεδόν τις πόλεις, νησιά, γειτονιές κλπ. της Ελλάδας δημιουργήθηκαν το ίδιο χρονικό διάστημα, μέσα στο καλοκαίρι, άτυπες δομές οι οποίες καλούσαν σε «λαϊκές συνελεύσεις». Βασικός παράγοντας ενημέρωσης για τις συγκεντρώσεις και τις απορρέουσες δράσεις ήταν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τουλάχιστον στην αρχική αυτή φάση αλλά και αργότερα.
3)Πολλές δράσεις, πολλά κείμενα, πολλές ιδέες διατυπώνονταν. Αρκετοί άνθρωποι συλλειτούργησαν με βασικό ιδεολογικό μοχλό την αυτοργάνωση. Η άμεση δημοκρατία, ήταν βασική αναφορά όχι μόνο για την ίδια τη λειτουργία των συνελεύσεων αλλά και ως πολιτικό πρόταγμα, παρ’ όλη την αοριστολογία και την ευκολία με την οποία διατυπωνόταν. Όμως οφείλουμε να πούμε ότι η διχοτόμηση της πλατείας Συντάγματος σε «πάνω» και «κάτω» πλατεία με όλες τις συμπαρομαρτούσες θετικές ή αρνητικές αναφορές εκφράστηκε και σε μεγάλο βαθμό σε όλες τις κατά τόπους συνελεύσεις όταν αυτές βρισκόντουσαν στην πλημμυρίδα της αρχής και στην άμπωτη του ουσιαστικού τέλους τους.
4)Αυτό όμως που ως κοινό υπήρξε παρ’ όλη αυτήν την άνευρη αναζήτηση για την νέα πολιτική ταυτότητα που δυνητικά η κοινωνία μας μπορούσε να αποκτήσει από αυτήν την άμεση και απότομη πολιτικοποίηση δεν ήταν παρά η αναζήτηση σωτήρα ή σωτήρων. Στον καμβά της νέας κρίσης της πολιτικής και των καθεστωτικών κομμάτων, νέα πρόσωπα με διάφορες υπαρκτές ή και ανύπαρκτες ιδιότητες βρέθηκαν στο απόγειο ή στην έναρξη της καριέρας τους, εξηγώντας το πόσο πολύ εύκολα μπορεί να ξεπεραστεί αυτή η πολυδιάστατη κρίση. Στο «τραπέζι» της κοινωνικής αναζήτησης τα «μακρινά» όνειρα έγιναν ακόμα πιο μακρινά από τις εξαγγελίες διαφόρων «ευαγγελιστών» είτε με τη επιστροφή στη δραχμή, είτε με την αλλαγή –απλά- της φρουράς στην πολιτική από νέους φορείς.
5)Η πλειοψηφία του κόσμου που κατέβηκε τους δρόμους, στις πλατείες, εκφράζοντας την αγανάκτησή του αρνήθηκε ή δεν βρήκε τη δυνατότητα ή την ευκαιρία να αντιληφθεί το εύρος των αιτιών για τα συμπτώματα που βίωνε. Κι αυτά ήταν πολύ τραγικά: φτώχεια, ανεργία, κατάθλιψη. Φόροι, περικοπές, καταστρατήγηση κοινωνικών δικαιωμάτων ήταν σε καθημερινή διάταξη. Από τη μια ο πολιτικοποιημένος κόσμος που με το δάχτυλο κουνώντας έδειχνε τη λύση στο τσεπάκι κι από την άλλη οι «σωτήρες» που επαγγέλλονταν τις λύσεις για τα καθημερινά που βασάνιζαν. Αλλά κυρίως ήταν η έλλειψη μιας επαναστατικής διάθεσης και σύνθεσης για τη δημιουργία ενός άλλου κόσμου, μιας άλλης κοινωνίας. Σωτήρες παντού!
6)Από την άποψη αυτήν, της περιόδου που αναφέρουμε, η παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ και οι τοπικές οργανώσεις της έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε αυτήν την προσδοκία και προσμονή για τη «σωτηρία». Δούλεψαν όσο κανείς άλλος φορέας ή οργανισμός πολλαπλώς. Όντας μέλη του κινήματος αυτού, οι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ επένδυσαν από αυτήν πλευρά στην ορολογία του, είτε ειλικρινώς είτε δημαγωγικά. Αυτό δεν ήταν ούτε πρωτόγνωρο, ούτε ανεξήγητο. Ήδη από την προηγούμενη δεκαετία ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν τμήμα όλων των κινητοποιήσεων του κοινωνικού κινήματος. Από την άλλη, ειδικά την περίοδο των εκλογών του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ βγήκε ως διεκδικητής της εξουσίας. Μια εξουσίας που θα «έσκιζε τα μνημόνια», μιας εξουσίας που θα έφερνε τη χώρα σε μια ποθητή λύτρωση έως και απαλλαγή από τα βάσανα. Έτσι παράλληλα με το «αυτοργανωμένο» κίνημα, ο ΣΥΡΙΖΑ, ως η λατινοαμερικανική καρικατούρα επαναστατικού κόμματος, επένδυε τόσο στο κίνημα όσο και στην κυβερνητική εξουσία.
7)Από την άνοιξη του 2012, την περίοδο των εθνικών εκλογών, ουσιαστικά ξεκινάει και επίσημα η αλλαγή πλεύσης της πλειοψηφίας του λαού στην Ελλάδα. Το κόμμα του 3% μετατρέπεται μέσα σε δυο χρόνια ραγδαίων αλλαγών σε κόμμα της αντιπολίτευσης-μια ανάσα από την κυβερνητική εξουσία. Η εποχή αυτή σηματοδοτεί και το ουσιαστικό τέλος των κινητοποιήσεων του λαού. Από τη μια ήταν η σθεναρή προετοιμασία του επίσημου ΣΥΡΙΖΑ και των κινήσεών του στην κατεύθυνση της ομαλής μετάβασης προς την εξουσία προκειμένου να αποσειστεί η βενεζουελιανή καταστροφική εκδοχή της Γεωργιάδειας αφήγησης. Από την άλλη η σθεναρή προετοιμασία του ανεπίσημου, του «αγωνιστικού» ΣΥΡΙΖΑ στο να πείσει για τη μελλοντική ικανοποίηση των αιτημάτων του κινήματος. Συνεπώς ό,τι απόμεινε από τις «λαϊκές συνελεύσεις» δεν ήταν άλλο από μια σειρά χαμηλής έντασης δραστηριοτήτων που γίνονταν συνήθως με την ανοχή και τη ρητορική στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ.
8)Από την άνοιξη του 2012 μέχρι και τα μέσα του χειμώνα το Γενάρη του 2015 όπου ο ΣΥΡΙΖΑ με τη στήριξη του άλλου αντιμνημονιακού πόλου των ΑΝΕΛΛ σχημάτισε κυβέρνηση, το τεράστιο κενό της πολιτικής δράσης από πλευράς του ελληνικού λαού καλύφθηκε από τις άνευρες και αδύναμες πλευρές των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων, των αντιεξουσιαστών, των νέων δομών αλληλεγγύης με κινητοποιήσεις πολύ μικρής σημασίας ως προς τα αποτελέσματά τους. Όμως βασικά καλύφθηκε από την ηγεμονική διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος σε αυτό το διάστημα κινήθηκε ως προς το να πείσει τους βασικούς μηχανισμούς παραγωγής πολιτικής (εφοπλιστές, εκκλησία, στρατός, βιομήχανοι, αστυνομία, επαγγελματίες, συνδικάτα κλπ) πως είναι έτοιμος να κυβερνήσει ομαλά τη χώρα ενώ ταυτοχρόνως σήκωσε το βάρος μιας τεράστιας ευθύνης για την αλλαγή πλεύσης της Ευρώπης συνολικά. Έτσι από «σκίσιμο των μνημονίων» βαθμιαία προσανατολίστηκε σε μια «έντιμη» διαπραγμάτευση με τις δυνάμεις του κακού. Σε αυτήν την άνοδο πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε και η προηγούμενη κυβέρνηση των Σαμαρά-Βενιζέλου η οποία σε μια προσπάθεια να απομακρύνει ή να εξορκίσει την αναμενόμενη αλλαγή φρουράς, ανακίνησε τη θεωρία των δυο άκρων με βασικούς πόλους το ΣΥΡΙΖΑ+ και τη Χρυσή Αβγή. Από τη μια χτυπώντας ανηλεώς κάθε δυνατότητα αντιμνημονιακής δράσης η οποία είχε ήδη χρεωθεί στο ΣΥΡΙΖΑ κι από την άλλη προωθώντας ουσιαστικά τη ναζιστική οργάνωση, κατάφερε να ενισχύσει και τις δυο αυτές πλευρές. Η αναντίρρητη εφαρμογή των μνημονιακών συμβάσεων από πλευράς της προηγούμενης κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, η επιδείνωση της καθημερινής διαβίωσης, οι αυτοκτονίες που πήραν τις διαστάσεις «κινήματος» βρήκαν τη εξαγγελλόμενη λήξη τους στην τελευταία απατεωνιά αυτής της περιόδου: στο «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης». Σε αυτό το «πρόγραμμα» όλες οι χρήσιμες, έξυπνες και ηλίθιες, τάσεις του αντιμνημονιακού πόλου, από τις πληθωρικές της δραχμής μέχρι τις φιλοευρωπαϊκές ενός άλλου ευρώ, βρήκαν τη θέση τους στο νέο αχταρμά ιδεοληψίας και λαμογιάς. Η διεργασίες που αφορούσαν την εκλογή προέδρου της Δημοκρατίας δεν ήταν παρά το πρόσχημα για τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Την άλλη μέρα τα κόκκινα γαρίφαλα στην Καισαριανή θα έκαναν πολλές καρδιές να κλάψουν.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΓΙΝΑ
Στην «Ανοιχτή Συνέλευση Αγανακτισμένων Αίγινας» μετά την πρώτη στιγμή του αρχικού ενθουσιασμού όπως και σε όλη την Ελλάδα, το μεγαλύτερο τμήμα του κόσμου που συμμετείχε ως ευκαιρία να στείλει ένα μήνυμα στην κυβέρνηση, αποχώρησε πολύ γρήγορα. Οι εναπομείναντες είμαστε κυρίως «ξενοκαρφίτες», δηλαδή μέτοικοι (κυρίως δημόσιοι υπάλληλοι) και κάποιοι που ανήκουν στην «εναλλακτική» κοινότητα (εισοδηματίες, καλλιτέχνες ρέμπελοι κλπ) στην Αίγινα κόσμος δηλαδή που απέχει από την καθημερινή ζωή της Αίγινας. Η συνέχισή της είχε ένα χαρακτήρα κυρίως παιγνιώδη και ατμόσφαιρας κουλτούρας, μιας διάθεσης αυτοαναπαραγωγής με δράσεις πολύ φτωχές για την περίσταση των υψηλών απαιτήσεων της εποχής των μνημονίων και της φτωχοκτονίας. Παράλληλα ραγδαία εξελισσόταν σε ομάδα γνωστών που έδιναν ραντεβού για να συναντηθούν. Χαρακτηριστικό ήταν ότι η «συνέλευση» πραγματοποιούταν όχι σε έναν εύλογο χρόνο όπου υπήρχε η σχόλη για τους περισσότερους κατοίκους στο νησί (π.χ. Κυριακή πρωί) αλλά σε ημέρα και ώρα που μπορούσαν τα «μέλη» αφού είχαν εξασφαλίσει ότι θα συνεχίσουν απρόσκοπτα τις ιδιαίτερές τους ασχολίες. Οι αναφορές των περισσοτέρων μελών ήταν κυρίως από τη συνέλευση-φάντασμα του Συντάγματος καθώς και ό,τι είχε να κάνει με μια επικαιρότητα στην Αθήνα. Η προσπάθεια για μια παράλληλη δομή διαβούλευσης απαλλαγμένης από τον καταναγκασμό του τρίπτυχου εισήγηση-πρόταση-ψήφιση, που θα έδινε τη δυνατότητα να εμβαθύνουμε χωρίς αυτό να επιβαρύνει τους χρόνους της συνέλευσης, δεν ευδοκίμησε. Από την άλλη κυριάρχησε η ανευθυνότητα της διαρκούς αλλαγής της ατζέντας καθώς και της ακαθόριστης πρότασης για δράσεις χωρίς την παραμικρή ανάληψη ευθύνης. Η εποχή, και μάλιστα σε ένα νησί τουριστικό καταδείκνυε την κρίση του μεταπρατικού-παρασιτικού μοντέλου ενώ οι δράσεις της συνέλευσης περιορίστηκαν στην «εναλλακτική οικονομία» του ανταλλακτικού-χαριστικού. Οι προτάσεις προκειμένου αυτή η συσσωμάτωση ανθρώπων να αποκτήσει ένα χαρακτήρα θέσεων και στόχων απέβησε άκαρπη αφού η λαίλαπα του ΣΥΡΙΖΑ που είχε ήδη βάλει πλώρη για την κυβέρνηση είχε σαρώσει κάθε προσπάθεια αφύπνισης της λογικής ενώ η ήδη παρηκμασμένη συνέλευση ενσωμάτωνε το λόγο της στο λόγο του «κινηματικού» ΣΥΡΙΖΑ και το αντίστροφο. Τα λίγα κείμενα που γράφτηκαν, η προετοιμασία για κάποιες δράσεις που έγιναν ή που δεν έγιναν έπεσαν στους ώμους λίγων κυρίως ανθρώπων της «συνέλευσης» η οποία μέχρι και τον Οκτώβριο του 2011 είχε ήδη περιοριστεί οριστικά σε λίγα μέλη τα οποία έφεραν τη σφραγίδα της «συνέλευσης». Από κει και μετά και μέχρι τις τελευταίες δράσεις της είχε ήδη εκφυλιστεί σε μια παρέα ανθρώπων που κρατούσαν το «όνομα» μέχρι και την υπαγωγή των τελευταίων στη νέα «ανοιχτή» δομή των μελών του τοπικού ΣΥΡΙΖΑ, μιας τοπικής κατάστασης που ανέπνεε κυρίως από τα «κεντρικά» γραφεία κι από τις Βίλες Πισίνες Ριζοσπαστικής Αριστεράς στα ορεινά του νησιού. Συμπερασματικά, μάλλον η ιδέα της συνέλευσης άφησε ένα κακό προηγούμενο αν και μέσω αυτής έγιναν πιο γνωστές οι επιθυμίες λίγων για να συνεχιστεί απροσδιόριστα κάποια νέα δράση ενώ αποκτήθηκε και μια σχετική εμπειρία από τη δημοκρατική λειτουργία της.
ΓΚ, Δεκέμβριος του 2016